Κάθομαι ήσυχη στη γωνιά, και όλα τα ακούω σιωπηλά.
Ούτε μιλάω, ούτε γελώ - μα όλους και όλα τα κοιτώ.
Η γάτα (Η κυρία Τάπα, η υδραυλικός)
Ξεκινώ με τάξη και χαρά,
μα κάτι αλλάζει στη διαδρομή ξαφνικά.
Όσο προσπαθώ να κρατήσω γραμμή,
τόσο ξεφεύγει η στιγμή.
Η κυρία Σαπουνάδα (Το καθαριστήριο της κυρίας Σαπουνάδα)
Ανεβαίνω μπροστά σου για λίγο, και γίνομαι κάτι άλλο ξανά.
Ό,τι βλέπεις δεν μένει ποτέ— κι όμως φεύγεις γελώντας μετά.
Ο κύριος Κόσμο, ο μάγος
Δεν μιλώ, μα με στρίβουν, κι ό,τι τρέχει… σταματά.
Όταν λείπω, όλα ξεφεύγουν— κι όταν έρθω, ησυχάζουν ξανά.
Η βρύση (Η κυρία Τάπα, η υδραυλικός)
Έψαχναν παντού χωρίς σημάδι,
ώσπου ένα χαρτί μίλησε καθαρά.
Ζητούσε πολλά για να επιστρέψει κάτι μικρό—
και στο τέλος έδειχνε πού αρχίζει το σκοτεινό.
Οι γονείς του Λεφτούλη λαμβάνουν το γράμμα του κυρίου Απάτη με τα λύτρα και το μυστικό σημείο.(Ο μικρός Λεφτούλης, εκατομμυριούχος)
Όλοι κοιτούν μπροστά, μα εγώ είμαι πιο ψηλά.
Δεν είμαι μέρος της στιγμής— μα λάμπω σιωπηλά.
Το φεγγάρι (Η κυρία Τάπα η υδραυλικός)
Όπου με θέλουν, εμφανίζομαι,
κι όταν τελειώσω… χάνομαι.
Τα δύσκολα γίνονται απλά,
μα δεν μένω για πολύ μετά.
Η κυρία Τάπα(Η κυρία Τάπα, η υδραυλικός)
Όλα μπαίνουν για να γίνουν σωστά, μα βγαίνουν αλλιώς τελικά.
Και μέσα στο μπέρδεμα αυτό, κάποιος ψάχνει το «αρκετό».
Το καθαριστήριο της κυρίας Σαπουνάδα
Δεν αλλάζω ποτέ, μα αλλάζω τους άλλους.
Όσο με βρίσκουν, τόσο χάνονται.
Τα λεφτα (Ο μικρός Λεφτούλης, εκατομμυριούχος)
Τη φώναξαν για αναστάτωση,
μα έφυγε με ηρεμία.
Δεν κράτησε μόνο το πρόβλημα—
κράτησε και λίγη φιλοξενία.
Η κυρία Τάπα φτιάχνει τη βλάβη στο μπάνιο της δασκάλας. (Η κυρία Τάπα, η υδραυλικός)
Πετούν χωρίς να φεύγουν, και γεμίζουν τον αέρα γύρω.
Δεν είναι το κύριο θέαμα— μα ακολουθούν το θαύμα.
Τα περιστέρια ( Ο κύριος Κόσμο ο Μάγος)
Κοιτάμε χωρίς να μετράμε, και δίνουμε χωρίς να ζητάμε.
Ό,τι και να αλλάζει γύρω, δεν αλλάζει αυτό που θέλουμε.
Μένουμε εκεί, ακόμα κι όταν όλα φεύγουν.
Ο κύριος και η κυρία Λεφτούλη (Ο μικρός Λεφτούλης, εκατομμυριούχος)
Κάτι χαλάει σχεδόν σιωπηλά, κι έπειτα κάποιος εμφανίζεται απλά.
Ό,τι άνοιξε, κλείνει ξανά— κι όλα μοιάζουν όπως παλιά.
Η κυρία Τάπα η Υδραυλικός
Μικρή, μα φέρνω μπελά, όχι γιατί χάνομαι—
αλλά γιατί πολλαπλασιάζομαι.
Όσο με δουλεύουν, τόσο ξεφεύγω απ’ τον έλεγχο.
Η σαπουνάδα (Το καθαριστήριο της κυρίας Σαπουνάδα)
Πλησιάζουν για να καθαρίσουν,
μα κάτι αλλάζει ξαφνικά.
Κι εκεί που είχαν τον έλεγχο,
τους παίρνει το νερό μακριά.
Ο ελέφαντας τούς πλένει με την προβοσκίδα του (Το καθαριστήριο της κυρίας Σαπουνάδα)
Όλοι κοιτούν το κέντρο, μα εγώ μένω στο πλάι.
Δεν γιορτάζω μαζί τους— μα δεν φεύγω ποτέ από εκεί.
Το σκυλάκι πάνω στο έπιπλο (πάρτι, Ο μικρός Λεφτούλης, εκατομμυριούχος)
Δεν είμαστε ένα, μα ούτε και πολλά χωρίς λόγο.
Ακολουθούμε χωρίς να οδηγούμε, και γελάμε πριν καταλάβουμε.
Ό,τι φαίνεται μπροστά, το ζούμε αλλιώς.
Τα παιδιά του κυρίου Κόσμο( Ο κύριος Κόσμο ο Μάγος)
Ξεκινά μικρό και αθώο πολύ, μα μεγαλώνει χωρίς λογική.
Κι όταν φτάσει στην κορυφή, έρχεται άλλη διαδρομή.
Ο μικρός Λεφτούλης, εκατομμυριούχος
Δεν είμαι πράξη, μα χωρίς εμένα δεν ξεκινά τίποτα.
Με πιστεύουν πριν υπάρξω, και με ακολουθούν χωρίς να με αγγίζουν.Όταν φανώ,είναι ήδη αργά.
Τα σχέδια του κ. Απάτη (Ο κύριος Απάτης, ο απατεώνας)
Δεν είμαι δρόμος, μα δείχνω κατεύθυνση.
Δεν είμαι χρόνος, μα αλλάζω το μετά. Γεννιέμαι ακίνητο, μα κινώ ζωές.
Το τελικό σχέδιο της οικογένειας Απάτη (Ο κύριος Απάτης, ο απατεώνας)
Όλοι τραβούν το ίδιο πράγμα, μα δεν είναι ίδιο για όλους.
Δεν είναι άνθρωπος, μα γίνεται η αφορμή για καβγά.
Η κάλτσα (Το καθαριστήριο της κυρίας Σαπουνάδα)
Βλέπω όσα δεν λέγονται, και σωπαίνω πριν μιλήσω.
Δεν σχεδιάζω,μα καταλαβαίνω τα σχέδια.
Στέκομαι δίπλα, όχι γιατί πιστεύω—
αλλά γιατί ξέρω.
Η κυρία Απάτη (Ο κύριος Απάτης, ο απατεώνας)
Ένα σχέδιο γεννιέται σωστό, μα σπάει πριν γίνει δυνατό.
Κι εκεί που όλα μοιάζουν χαμένα,αλλάζουν όλα… γίνονται ξένα.
Ο κύριος Απάτης, ο απατεώνας
Δεν ανήκω σε αυτό που δείχνω, μα χωρίς εμένα δεν φαίνεται τίποτα.
Όλοι με κοιτούν όταν ανεβαίνω— μα αυτό που περιμένουν δεν ήμουν ποτέ.
Το μαγικό καπέλο (Ο κύριος Κόσμο ο Μάγος)
Όλοι περίμεναν κάποιον μπροστά,
μα μπροστά δεν ήταν κανείς.
Η άφιξη είχε φασαρία πολλή—
κι όμως έλειπε ο οδηγός της στιγμής.
Η άμαξα του κυρίου Κόσμο φτάνει χωρίς να την οδηγεί κανείς. (Ο κύριος Κόσμο ο Μάγος)